Αρχική Ταυτότητα Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2015

Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2015

1153
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

frynihos1

Ο Φρύνιχος* στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2015

* Φρύνιχος: Αρχαίος τραγικός ποιητής, μαθητής του Θέσπη. Έμεινε γνωστός για την τραγωδία του «Μιλήτου Άλωσις», όπου περιγράφει την καταστροφή της πόλης αυτής, που είχε πρωτοστατήσει στην ανταρσία ενάντια στην Περσική Αυτοκρατορία. Την ώρα της παράστασης το θέατρο ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Φρύνιχος τιμωρήθηκε με πρόστιμο και η τραγωδία του απαγορεύτηκε, με την αιτιολογία ότι υπενθύμιζε στους Αθηναίους «οικεία κακά»…

Αυτές τις μέρες, που το ενδιαφέρον είναι στραμμένο στο μνημόνιο και τα νέα μέτρα, είχαμε παράλληλα μία σειρά από αρνητικές εξελίξεις σε ένα άλλο θέμα, το Κυπριακό: το υπ’ αριθμόν ένα θέμα που διαχρονικά προσπαθούμε να ξεχνάμε. Είχαμε, λοιπόν, την επίσκεψη του Γιούνκερ στη Κύπρο, όπου και δήλωσε ότι η σημερινή συγκυρία είναι «μοναδική ευκαιρία» για να κλείσει το Κυπριακό (με την Ελλάδα διαλυμένη, όντως είναι μοναδική ευκαιρία – για ποιον δεν μας είπε). Επίσης, είχαμε και τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης, με την τοποθέτηση στο Υπουργείο Εξωτερικών της Σίας Αναγνωστοπούλου, φανατικής υποστηρίκτριας του Σχεδίου Ανάν, των αμερικανικών και ευρωπαϊκών μεθοδεύσεων στην Κύπρο, αλλά και του Ερντογάν, ο οποίος, σύμφωνα με τη Σία, θα έφερνε τον «εκδημοκρατισμό» της Τουρκίας…

frynihos2
Οι εξελίξεις αυτές δένουν και με δύο θλιβερές επετείους. Τις μέρες αυτές κλείσαμε 50 χρόνια από τα Ιουλιανά και την προσπάθεια του Παλατιού και των Η.Π.Α. να διατηρήσουν την κλυδωνιζόμενη εξουσία τους. Επίσης, κλείσαμε 41 χρόνια από το χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο, που πυροδότησε και την τελευταία φάση της προδοσίας.
Αντί σχολίου, παραθέτουμε ένα επίκαιρο ποίημα του Ανδρέα Παστελλά (1932-2013), για να θυμηθούμε και μεις κάποια «οικεία κακά»…
«Ψ»

frynihos3

Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974
Του Ανδρέα Παστελλά

Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας
σαν από σκοτεινή καταπακτή
από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου
με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους
να ταξιδεύουν μαζί του,
δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που ʼχαν μείνει στην έρημη γη.
Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα
μάτια θολά και κόκκινα απʼ τους καπνούς
τη στάχτη στα μαλλιά
απʼ τα καμένα κέδρα
πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρινής,
χωρίς ακοή απʼ τις στριγγές φωνές
σφαγμένων αγρινών,
με χέρια απλωμένα
αόμματος επαίτης
γωνία Σταδίου και Αιόλου
στάθηκε
μπροστά στην υποχθόνια βοή που ερχόταν
κατηφορίζοντας
σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.
— Έλληνες αδελφοί…
Από ηχείο στήθους ραγισμένου
βραχνή βγήκε η φωνή σαν ξένη
σε άσημα θρύψαλα ήχου σκορπίστηκε
σαν πατημένα φέιγ-βολάν
στην άκρη του δρόμου
ή σαν άχρηστα εισιτήρια λεωφορείου
στο λερωμένο πλακόστρωτο.
— Έλληνες αδελφοί…
η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.

Κάποιος περνώντας δίπλα
του ʼχωσε βιαστικά στη χούφτα
ένα τάλληρο.